Από τα πιο περίεργα γεγονότα του μπλόκου είναι η μαρτυρία του Δημήτρη Χάρου ενός «εκτελεσμένου» που αν και στήθηκε στον τοίχο κατάφερε να επιζήσει:
«…Πηδάμε τη μάντρα του σπιτιού μαζί με τον αδερφό μου. Για κακή μας όμως τύχη, βρέθηκαν μπροστά μας Γερμανοί. Εκεί χωρίς καμιά διατύπωση μας έστησαν στον τοίχο του σπιτιού μας, μπροστά στα μάτια της μάνας μας. Δυο πιστολιές και ο αδερφός μου έπεσε νεκρός. Δεν πρόλαβα καλά καλά να τον δω πεσμένο κι έπεφτα κι εγώ χτυπημένος στο χέρι και στην κοιλιά. Πνιγμένος στο αίμα έβλεπα το Γερμανό να ετοιμάζεται για τη χαριστική βολή. Σαν κεραυνός αντήχησε η πιστολιά στ' αυτί μου. Ένα κόκκινο σύννεφο μου σκότισε τα μάτια. Αργότερα συνήλθα. Γύρω μου άκουγα τα γερμανικά γαυγίσματα. Εμεινα ακίνητος…Σώθηκα…Η σφαίρα με βρήκε στο αυτί και βγήκε από το μάγουλο…» (Λιάτσου, σελ. 37-38).
Κοκκινιά, Λευτεριά και Ελλάδα
Ποίημα του Γ. Χατζηαναστασίου
Απ' το βρόχο του μπλόκου βγαλμένη
τους καπνούς, τη φωτιά, τα χωνιά,
τη θηλιά που σού είχαν στημένη
ξεπετιέσαι ψηλά Κοκκινιά
Ατσαλένια πατρίδα του ιδρώτα
μη λυγώντας να ζήσεις σκυφτά
δίνεις αίμα κι ανάβεις τα φώτα
μιας Αυγούστου τρανής δεκαεφτά
Των Ελλήνων μεγάλη γενιά
μετερίζι στων Ούννων τη μπόρα.
Μην ξεχάσεις του μπλόκου την ώρα
Κοκκινιά, Κοκκινιά, Κοκκινιά».
Πολυβόλα σκορπούν την ορφάνια
κάθε μάνα το γιο της ζητά
και η δόξα με δάφνης στεφάνια
από μνήμα σε μνήμα πετά
Κοκκινιά, Λευτεριά και Ελλάδα
στο βωμό κάποιας μάντρας σφιχτά,
στα ουράνια υψώσαν λαμπάδα
μιας Αυγούστου τρανής δεκαεφτά
